Το ελληνικό πανηγύρι παρουσιάζεται συνήθως ως αυτονόητα θετικό κατάλοιπο μιας «αυθεντικής» συλλογικότητας: παράδοση, μουσική, κοινή χαρά. Πίσω όμως από αυτή τη νοσταλγική εικόνα μπορεί κανείς να διακρίνει την τελετουργική αποθέωση ενός προνεωτερικού ξεπερασμένου θρησκευτικού κοινοτισμού, στον οποίο το άτομο δεν υπάρχει απλώς μαζί με τους άλλους, αλλά διαρκώς ενώπιόν τους.
Η καταγωγή του πανηγυριού δεν είναι πολιτιστικά ουδέτερη. Οργανώνεται γύρω από τη θρησκευτική εορτή ενός αγίου ή μιας Παναγίας και μετατρέπει μια συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση σε υποτιθέμενη ταυτότητα ολόκληρου του τόπου. «Το χωριό γιορτάζει». Μέσα σε αυτό το συλλογικό «εμείς» στοχοποιουνται άθεοι, αλλόθρησκοι, αδιάφοροι ή απλώς όσοι δεν επιθυμούν να συμμετέχουν.
Ταυτόχρονα, το πανηγύρι αποτελεί ιδανικό πεδίο αμοιβαίας κοινωνικής επιτήρησης. Ποιος ήρθε, ποιος δεν ήρθε, με ποιον κάθισε, ποιος χόρεψε, ποιος έφυγε νωρίς, ποιος εμφανίστηκε με ποιον. Δεν χρειάζεται κεντρική αρχή: όλοι παρατηρούν όλους και η δημόσια παρουσία μετατρέπεται σε έλεγχο των ατομικών επιλογών και των ταυτοτήτων.
Μαζί με αυτή την επιτήρηση επιβιώνει συχνά ολόκληρο το αξιακό φορτίο της παραδοσιακής κλειστής κοινότητας: πατριαρχία, ματσίλα, ομοφοβία και σωματικός ρατσισμός. Ο άνδρας καλείται να επιδεικνύει έναν συγκεκριμένο τύπο αρρενωπότητας, η γυναίκα εξακολουθεί να αξιολογείται μέσα από την εμφάνιση και τη σεξουαλικότητά της καθώς και τις δυνατότητες τεκνοποίησης , το σώμα σχολιάζεται χωρίς αναστολές και όποιος αποκλίνει από τις αναμενόμενες έμφυλες ή σεξουαλικές νόρμες μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αντικείμενο κουτσομπολιού ή χλευασμού. Η «παράδοση» δεν είναι πάντοτε ένα αθώο τραγούδι, καθώς μεταφέρει και τις νοσηρές ιεραρχίες της κοινωνίας που τη δημιούργησε.
Υπάρχει, τέλος, η μονοφωνία της διασκέδασης. Ένας συγκεκριμένος τύπος μουσικής και ψυχαγωγίας θεωρείται ότι δικαιούται, επειδή βαφτίστηκε «παράδοση», να καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο επί ώρες και να επιβάλλεται ακόμη και σε εκείνους που δεν τον επέλεξαν. Όμως η ελευθερία της ψυχαγωγίας περιλαμβάνει και την ελευθερία από την ψυχαγωγία των άλλων: το δικαίωμα να μη χορεύεις, να μην ακούς, να μη συμμετέχεις και να μη θεωρείς κάτι αισθητικά ανώτερο μόνο επειδή είναι παλιό.
Οι παραδοσιακές κοινότητες υπήρξαν ασφαλώς χώροι αλληλεγγύης. Υπήρξαν όμως και χώροι ασφυκτικού κοινωνικού ελέγχου. Η κοινότητα που γνώριζε ποιος χρειαζόταν βοήθεια γνώριζε επίσης ποιος δεν πήγε στην εκκλησία, ποιος ήταν γκέι, ποια γυναίκα «προκαλούσε», ποιος ήταν χοντρός, ποιος ήταν «διαφορετικός».
Έμειναν Μυτιλήνη 5 ημέρες να σβήνουν φωτιές. Επέστρεψαν Καβάλα με το πλοίο της γραμμής σε αυτή την κατάσταση. Στο πάτωμα. Εξοντωμένοι. Για να πάρουν έπειτα το λεωφορείο για Θεσσαλονίκη.
Αυτό ήταν το ευχαριστώ. Δεν έφτανε ούτε για μια καμπίνα.
https://t.co/CnZvzwc6FE
Δικαίωμα του κ.Γιαννακόπουλου να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά όπως επιθυμεί και όπως του ταιριάζει. Δικαίωμά του να το διαλαλεί, κιόλας.
Και δικαίωμα δικό μας να λαμβάνουμε υπόψη μας τον δημόσιο λόγο (άλλωστε να τον λαμβάνεις υπόψη σου δεν είναι ο σκοπός του δημόσιου λόγου;) και να συμμετέχουμε στον “διάλογο”, ειδικά όταν αυτός αφορά στο μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, δηλαδή στον ναζισμό, δεδομένου ότι ο Κασιδιάρης είναι ένα τελεσίδικα καταδικασμένο ναζιστόμουτρο, και ακόμα πιο ειδικά όταν βρισκόμαστε σε μια χώρα με τοπωνύμια όπως “Καλάβρυτα”, “Βιάννος”, “Χορτιάτης”, “Δίστομο”, “Καισαριανή”.
#Κασιδιαρης #Γιαννακόπουλος