Θυμάμαι παλιά, σε cult ροκαδικο της κακιάς ώρας, έχουμε κάνει κοπάνα από το σχολείο και πάμε για φραπέ εκεί. Σε κάποια φάση λέει ένας στο αφεντικό "ρε συ, ο καφές έχει μυρμήγκια". Πλησιάζει, κοιτάει και λέει "δεν έχει ο καφές, η ζάχαρη έχει "
Θυμάται η μάνα ζαλισμένη, ανήμπορη. Τι ωραία που διάβασες το ποίημα στο Δημοτικό, με τι καμάρι. Χαμογελάς στη σχολική φωτογραφία. Προσεύχεται η δόλια στην εικόνα. Θεός να σ έχει υπό τη σκέπη. Μα η ζωή είναι ζούγκλα κι οι άνθρωποι αγέλη σ' αυτοκαταστροφή.
Κι εσύ αβοήθητο παιδί.
Όταν ο Μενέλαος κι ο Οδυσσέας ανοίγουν τις πύλες της Τροίας, ο Μενέλαος ουρλιάζει καυλωμένος, ο Οδυσσέας, θέλοντας ο Νόλαν να μας προετοιμάσει για τις τύψεις και τη μετάνοιά του, ουρλιάζει επειδή πρέπει, δεν το νιώθει καθόλου, ο Ντέιμον το δίνει εξαιρετικά
"25 ναυτικοί, 25 ηλιοκαμένοι λεβέντες, που τ' αργασμένο δέρμα τους το χε ποτίσει η αλμύρα κ το χε μαστιγώσει αλύπητα το κύμα, που τα τραχιά τους χέρια μπορούσαν να γίνουν μια ζεστή φωλιά για κάθε γυναίκα."